Μετάφραση του "fasten" σε Ελληνικά

Οι νηστεύω, νηστεία, Σαρακοστή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fasten" σε Ελληνικά.

fasten verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νηστεύω

    verb

    Tagelang trauerte er, und er fastete unablässig und betete.

    Επί αρκετές ημέρες συνέχισε να πενθεί, ενώ παράλληλα νήστευε και προσευχόταν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fasten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fasten noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νηστεία

    noun feminine

    In den heiligen Schriften werden Beten und Fasten immer wieder gemeinsam erwähnt.

    Στις γραφές η προσευχή και η νηστεία αναφέρονται μαζί.

  • Σαρακοστή

    proper feminine
  • δίαιτα

    noun feminine

    Nein, das sieht sehr nach einem Dick-Macher aus und ich bin gerade am Fasten.

    Δεν θέλω. Μου φαίνεται πολύ παχυντικό κι είμαι σε δίαιτα.

  • Νηστεία

    Enthaltung von Speisen, Getränken und Genussmitteln

    In den heiligen Schriften werden Beten und Fasten immer wieder gemeinsam erwähnt.

    Στις γραφές η προσευχή και η νηστεία αναφέρονται μαζί.

Φράσεις παρόμοιες με "fasten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fasten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη