Μετάφραση του "faul" σε Ελληνικά

Οι τεμπέλης, σάπιος, οκνηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faul" σε Ελληνικά.

faul adjective γραμματική

vermorscht (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεμπέλης

    adjective masculine

    Mit anderen Worten, er ist faul.

    Με άλλα λόγια, είναι τεμπέλης.

  • σάπιος

    adjective

    Überdies sollte uns „kein faules Wort“ über die Lippen kommen.

    Επιπλέον, δεν πρέπει να βγαίνει από το στόμα μας «σάπιος λόγος».

  • οκνηρός

    adjective masculine

    Mir passt's ganz gut, weil ich eher ein fauler Mensch bin.

    Μου ταιριάζει μία χαρά, διότι είμαι ένας οκνηρός τύπος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλούβιος
    • τεμπέλικος
    • χαραμοφάης
    • ύποπτος
    • σαθρός
    • σαπισμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faul " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "faul"

Φράσεις παρόμοιες με "faul" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faul" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη