Μετάφραση του "fehlerhaft" σε Ελληνικά
Οι ελαττωματικός, λανθασμένος, σκάρτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fehlerhaft" σε Ελληνικά.
fehlerhaft
adjective
γραμματική
zum in die Tonne kloppen (umgangssprachlich) [..]
-
ελαττωματικός
Ehrlich, ich denke, du wurdest bereits fehlerhaft produziert.
Ειλικρινά, πιστεύω ότι βγήκες από τη γραμμή παραγωγής ελαττωματικός.
-
λανθασμένος
Siehst du, das nennen wir eine fehlerhafte Schlussfolgerung.
Βλέπεις, αυτό είναι που λέμε λανθασμένος συλλογισμός.
-
σκάρτος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fehlerhaft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fehlerhaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατεστραμμένη σύνδεση · κατεστραμμένη υπερ-σύνδεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη