Μετάφραση του "fern" σε Ελληνικά
Οι μακριά, απόμακρος, μακριά από είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fern" σε Ελληνικά.
fern
adjective
γραμματική
In einem großen Abstand in Bezug auf etwas.
-
μακριά
adverbIch sah in der Ferne ein Haus.
Είδα από πολύ μακριά ένα σπίτι.
-
απόμακρος
AdjectiveIch weiß, dass ich sein kann, egoistisch, arrogant, fernen und emotional zurückgeblieben.
Ξέρω πως μπορεί να είμαι εγωιστής, αλαζόνας, απόμακρος κι αναίσθητος.
-
μακριά από
Seit damals halt ich mich fern von ihnen und sie von mir.
Από τότε έχω μείνει μακριά από αυτούς και αυτοί μακριά από μένα.
-
μακρινός
adjective masculineSie nannten das Gebiet Haiditarod, was „ferner Ort“ bedeutet und später zu Iditarod anglisiert wurde.
Ονόμασαν αυτή την περιοχή Ιντίταροντ, που σημαίνει «μακρινός τόπος».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fern"
Φράσεις παρόμοιες με "fern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απο μακριά
-
εξάλλου · επιπλέον · επιπροσθέτως · περαιτέρω · περισσότερο
-
η Άπω Ανατολή
-
στο μακρινό παρελθόν
-
από παντού
-
μακρινή χώρα
-
απλησίαστος · απόμακρος
-
Χρονολόγιο του μακρινού μέλλοντος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη