Μετάφραση του "festigen" σε Ελληνικά

Οι εδραιώνω, εμπεδώνω, κατοχυρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "festigen" σε Ελληνικά.

festigen verb γραμματική

fest (sicher) machen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εδραιώνω

    Die Strukturen des ländlichen Raums müssen ausgebaut und gefestigt werden.

    Oι δομές του χώρου της υπαίθρου θα πρέπει να αναπτυχθούν και να εδραιωθούν.

  • εμπεδώνω

  • κατοχυρώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παγιώνω
    • σταθεροποιώ
    • στερεοποιώ
    • στερεώνω
    • συσφίγγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " festigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "festigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "festigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη