Μετάφραση του "fetzen" σε Ελληνικά

Οι ψιλοκόβω, κουρέλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fetzen" σε Ελληνικά.

fetzen verb γραμματική

zoffen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψιλοκόβω

    Verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fetzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fetzen noun masculine γραμματική

etw., das in einem schlimmen Zustand ist

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρέλι

    noun neuter

    Was hast du dir dabei gedacht, sie in dem dünnen Fetzen rauszubringen?

    Τι φέρνεις το μωρό έξω σε αυτό το λεπτό κουρέλι?

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fetzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη