Μετάφραση του "finger" σε Ελληνικά

Οι δάχτυλα, δάχτυλο, δάκτυλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finger" σε Ελληνικά.

finger
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάχτυλα

    noun

    Den Füller halten wir mit zwei Fingern: dem Daumen und dem Zeigefinger.

    Την πένα την κρατάμε με δύο δάχτυλα, τον αντίχειρα και το δείκτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Finger noun masculine γραμματική

Ein Finger oder Zeh. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάχτυλο

    noun masculine neuter

    δάχτυλο (χεριού) [..]

    Der zeigt uns den Finger und sagt, wir können ihn uns hinten reinstecken.

    Δείχνει σε μας το δάχτυλο, και λέει να το χώσουμε εκεί που ξέρουμε!

  • δάκτυλο

    noun neuter

    Ein Finger oder Zeh.

    Ich habe mir gestern wegen dir den Finger gebrochen.

    Έσπασα το δάκτυλο μου εχθές βράδυ εξαιτίας σου.

  • δάκτυλος

    noun masculine

    Es ist wahr, sie haben keine Lippen, aber sie haben verdammt lange Finger.

    Όντως, δεν έχουν χείλια, αλλά έχουν μακριά δάκτυλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δάχτυλα
    • δακτυλικός
    • δάκτυλο του ποδιού
    • Δάχτυλο

Εικόνες με "finger"

Φράσεις παρόμοιες με "finger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη