Μετάφραση του "fingieren" σε Ελληνικά

Οι κάνω, προσποιούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fingieren" σε Ελληνικά.

fingieren verb γραμματική

türken (derb) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάνω

    verb

    Der dir einen fingierten Film produziert.

    Που θα κάνει την παραγωγή μιας ψεύτικης ταινίας.

  • προσποιούμαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fingieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fingieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη