Μετάφραση του "fischerei" σε Ελληνικά

Οι αλιευτική, αλιεία, ψάρεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fischerei" σε Ελληνικά.

fischerei
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλιευτική

    Die Kontrollen konzentrieren sich jedoch auf Länder mit besonders aktiver Fischerei.

    Εντούτοις, συγκεντρώνονται στις χώρες στις οποίες η αλιευτική δραστηριότητα είναι σημαντικότερη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fischerei " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fischerei noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλιεία

    noun feminine

    Wirtschaftszweige, die sich mit dem Fangen oder Züchten von Fischen und anderen Wassertieren zur Nahrungsgewinnung und Weiterverarbeitung beschäftigen

    Natürlich ist die nachhaltige Fischerei einer der wichtigsten Grundsätze der gemeinschaftlichen Fischereipolitik.

    Βεβαίως, η αειφόρος αλιεία είναι μία από τις κύριες αρχές της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

  • ψάρεμα

    noun neuter

    Die Ölkatastrophe vor der Golfküste, legte die Fischerei lahm.

    Η διαρροή πετρελαίου στην ακτή του Κόλπου κατέστρεψε το ψάρεμα.

  • αλιευτική

    noun

    Die Kontrollen konzentrieren sich jedoch auf Länder mit besonders aktiver Fischerei.

    Εντούτοις, συγκεντρώνονται στις χώρες στις οποίες η αλιευτική δραστηριότητα είναι σημαντικότερη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψαρική
    • Αλιευτικό πεδίο

Φράσεις παρόμοιες με "fischerei" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fischerei" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη