Μετάφραση του "flatterhaft" σε Ελληνικά
Οι επιπόλαιος, ασταθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flatterhaft" σε Ελληνικά.
flatterhaft
Adjective
γραμματική
Durch Unstetigkeit in Zuneigung und Bindung gekennzeichnet seiend.
-
επιπόλαιος
adjective masculine -
ασταθής
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " flatterhaft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη