Μετάφραση του "fleischfresser" σε Ελληνικά

Οι σαρκοφάγο, σαρκοφάγος, σαρκοβόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fleischfresser" σε Ελληνικά.

fleischfresser
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρκοφάγο

    noun

    und der war auch Fleischfresser. Eine riesige, bizarre Ente.

    το οποίο επίσης ήταν σαρκοφάγο. Ήταν μια τεράστια, περίεργη πάπια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fleischfresser " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fleischfresser noun masculine γραμματική

Carnivor (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρκοφάγος

    noun masculine

    Aber dies hier sind Fleischfresser, die kämpfen gerne gegeneinander.

    Αυτοί όμως είναι σαρκοφάγοι και τους αρέσει να μαλώνουν μεταξύ τους.

  • σαρκοβόρος

    noun masculine

    Sie sind von Natur aus keine Fleischfresser und dürfen daher nicht gezwungen werden, Fleisch zu fressen.

    Αυτά εκ φύσεως δεν είναι σαρκοβόρα και δεν θα πρέπει επομένως να υποχρεώνονται να καταναλώνουν κρέας.

  • σαρκοφάγα

    adjective

    Tier, das sich von Fleisch ernährt.

    Aber dies hier sind Fleischfresser, die kämpfen gerne gegeneinander.

    Αυτοί όμως είναι σαρκοφάγοι και τους αρέσει να μαλώνουν μεταξύ τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρεατοφάγος
    • σαρκοφάγο
    • σαρκοφάγο ζώο
    • σαρκοβόρο
    • Σαρκοφάγα
    • σαρκοφάγος ζώο

Εικόνες με "fleischfresser"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fleischfresser" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη