Μετάφραση του "folgsam" σε Ελληνικά

Οι ευπειθής, πειθήνιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "folgsam" σε Ελληνικά.

folgsam adjective Adjective γραμματική

lieb (Kindersprache)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευπειθής

  • πειθήνιος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " folgsam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "folgsam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη