Μετάφραση του "forcieren" σε Ελληνικά

Το επιβάλλω είναι η μετάφραση του "forcieren" σε Ελληνικά.

forcieren verb γραμματική

vergattern (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβάλλω

    verb

    Die erste ist, daß eine Harmonisierung des Strafrechts nicht forciert werden darf.

    Η μία αφορά το ότι δεν πρέπει να επιβληθεί αναγκαστικά η εναρμόνιση του ποινικού δικαίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forcieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forcieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη