Μετάφραση του "forschen" σε Ελληνικά

Οι έρευνα, εξετάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forschen" σε Ελληνικά.

forschen verb adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρευνα

    noun

    Wir können nach Vorfahren forschen, die schwerer zu finden sind.

    Να κάνουμε έρευνα, για να προσδιορίσουμε προγόνους, τους οποίους είναι πιο δύσκολο να βρούμε.

  • εξετάζω

    verb

    Dazu müssen wir weiterhin täglich in den Schriften forschen.

    Για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να εξετάζουμε καθημερινά τις Γραφές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forschen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "forschen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forschen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη