Μετάφραση του "fortgesetzt" σε Ελληνικά
Οι αιώνιος, ακατάπαυστος, αδιάκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fortgesetzt" σε Ελληνικά.
fortgesetzt
verb
in einer Tour (umgangssprachlich)
-
αιώνιος
adjective masculine -
ακατάπαυστος
adjective -
αδιάκοπος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fortgesetzt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fortgesetzt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συνέχιση
-
Διακοπή αναμονής
-
βιογραφικό σημείωμα · εξακολουθώ · συνεχίζω
-
Ανάκτηση
-
Ανάκτηση κλήσης από αναμονή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη