Μετάφραση του "fossil" σε Ελληνικά

Οι απολιθωμένος, απολίθωμα, Απολίθωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fossil" σε Ελληνικά.

fossil adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολιθωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fossil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fossil noun Noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολίθωμα

    noun neuter

    Erstens mussten sie gewusst haben, dass wir das Fossil haben.

    Πρώτον, πρέπει να ήξεραν ότι θα ανακτούσαμε το απολίθωμα.

  • Απολίθωμα

    Zeugnis vergangenen Lebens der Erdgeschichte, das älter als 10.000 Jahre ist und sich somit einem geologischen Zeitalter vor dem Beginn des Holozäns zuordnen lässt

    Erstens mussten sie gewusst haben, dass wir das Fossil haben.

    Πρώτον, πρέπει να ήξεραν ότι θα ανακτούσαμε το απολίθωμα.

Φράσεις παρόμοιες με "fossil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fossil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη