Μετάφραση του "frau" σε Ελληνικά

Οι γυναίκα, σύζυγος, κυρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frau" σε Ελληνικά.

frau pronoun

Αυτόματες μεταφράσεις του " frau " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"frau" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το frau στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Frau noun feminine γραμματική

Weib (derb) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυναίκα

    noun feminine

    θηλυκός άνθρωπος [..]

    Sie sind eine Frau und ich bin ein Mann.

    Εσείς είστε μια γυναίκα και εγώ είμαι ένας άντρας.

  • σύζυγος

    noun feminine

    Ehegesponst [..]

    Tom ist seiner Frau treu.

    Ο Τομ είναι πιστός στη σύζυγό του.

  • κυρία

    noun feminine

    Ευγενική προσφώνηση για μια γυναίκα.

    Die alte Frau stürzte und konnte nicht mehr aufstehen.

    Η ηλικιωμένη κυρία έπεσε και δε μπορούσε πια να σηκωθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμβία
    • κορίτσι
    • λαίδη
    • κα
    • θήλυ
    • κ.
    • κυρά
    • γυνή
    • θηλυκό
    • παντρεμένος
    • Δις
    • Δδα
    • αυτή
    • η σύζυγος

Εικόνες με "frau"

Φράσεις παρόμοιες με "frau" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frau" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη