Μετάφραση του "freikaufen" σε Ελληνικά

Οι εξαγοράζω, λυτρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freikaufen" σε Ελληνικά.

freikaufen Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαγοράζω

  • λυτρώνω

    verb

    Jemanden auszulösen bedeutet also, ihn freizukaufen und durch eine Ablösesumme zu retten oder zu befreien.

    Λυτρώνω μπορεί επίσης να σημαίνει να διασώζω ή να απελευθερώνω με το να πληρώνω λύτρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " freikaufen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "freikaufen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη