Μετάφραση του "geben" σε Ελληνικά

Οι δίνω, είμαι, μοιράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geben" σε Ελληνικά.

geben verb γραμματική

rüberschieben (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    Μεταφέρω την κατοχή (ενός αντικειμένου) σε κάποιον άλλο.

    Sie gab alles, um den Test zu bestehen.

    Τα έδωσε όλα για να περάσει το τεστ.

  • είμαι

    verb

    Wenn es ein Verb namens "nachen" gäbe, wäre "Nacht!" der Imperativ davon.

    Αν υπήρχε ρήμα «φάχνω», θα ήταν «φαξ'!» η προστακτική του.

  • μοιράζω

    verb

    Es muss etwas geben, was er keinem von euch mitteilen wollte.

    Υπάρχει κάτι που δεν ήθελε να μοιραστεί με κανένα σας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έχει, υπάρχει
    • παραδίδω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Geben

besch.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόσιμο

    In der Vergangenheit wurden durch solch williges Geben einige wichtige Grundsätze hervorgehoben.

    Στο παρελθόν, το πρόθυμο αυτό δόσιμο έδειχνε μερικές σημαντικές αρχές.

  • μοιρασιά

Εικόνες με "geben"

Φράσεις παρόμοιες με "geben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη