Μετάφραση του "geben" σε Ελληνικά
Οι δίνω, είμαι, μοιράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geben" σε Ελληνικά.
rüberschieben (umgangssprachlich) [..]
-
δίνω
verbΜεταφέρω την κατοχή (ενός αντικειμένου) σε κάποιον άλλο.
Sie gab alles, um den Test zu bestehen.
Τα έδωσε όλα για να περάσει το τεστ.
-
είμαι
verbWenn es ein Verb namens "nachen" gäbe, wäre "Nacht!" der Imperativ davon.
Αν υπήρχε ρήμα «φάχνω», θα ήταν «φαξ'!» η προστακτική του.
-
μοιράζω
verbEs muss etwas geben, was er keinem von euch mitteilen wollte.
Υπάρχει κάτι που δεν ήθελε να μοιραστεί με κανένα σας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έχει, υπάρχει
- παραδίδω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " geben " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
besch.
-
δόσιμο
In der Vergangenheit wurden durch solch williges Geben einige wichtige Grundsätze hervorgehoben.
Στο παρελθόν, το πρόθυμο αυτό δόσιμο έδειχνε μερικές σημαντικές αρχές.
-
μοιρασιά
Εικόνες με "geben"
Φράσεις παρόμοιες με "geben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίνω την ευλογία μου
-
υπάρχουν και χειρότερα
-
παντού υπάρχουν ...
-
εκπέμπω
-
δώσ' το μας
-
δώσ' το εμένα
-
Κυριακή προσευχή · πάτερ ημών
-
υπάρχει ανταγωνισμός