Μετάφραση του "gebrechen" σε Ελληνικά
Οι ελάττωμα, αδυναμία, σωματικό ελάττωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gebrechen" σε Ελληνικά.
gebrechen
Verb
γραμματική
(jemandem) nicht zu Gebote stehen (gehoben)
Αυτόματες μεταφράσεις του " gebrechen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"gebrechen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το gebrechen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Gebrechen
noun
neuter
γραμματική
-
ελάττωμα
noun neuterVon der Fußsohle bis zum Scheitel fand sich an ihm kein Gebrechen“ (2.
Από το πέλμα του ποδιού του ως την κορυφή του κεφαλιού του δεν υπήρχε ελάττωμα σε αυτόν».
-
αδυναμία
noun feminine -
σωματικό ελάττωμα
Hat der Mann ein abstoßendes, körperliches Gebrechen?
Μήπως έχει ο σύζυγος κάποιο σωματικό ελάττωμα που απωθεί τη σύζυγό του;
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη