Μετάφραση του "geeignet" σε Ελληνικά

Οι κατάλληλος, συνετός, ενδεδειγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geeignet" σε Ελληνικά.

geeignet adjective verb γραμματική

(zu jemandem) passen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάλληλος

    adjective masculine

    Die gewährte Beihilfe muss ein geeignetes und erforderliches Mittel sein, um das angestrebte Ziel zu erreichen.

    Η χορηγούμενη ενίσχυση πρέπει να αποτελεί κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.

  • συνετός

    adjective
  • ενδεδειγμένος

    Ich denke, das ist für dieses Parlament eine geeignete Möglichkeit, richtig vertreten zu werden.

    Θεωρώ ότι ένας ενδεδειγμένος τρόπος για να προχωρήσουμε είναι να εκπροσωπηθεί σωστά το Κοινοβούλιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιτήδειος
    • πρόσφορος
    • φρόνιμος
    • σοφός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geeignet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "geeignet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geeignet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη