Μετάφραση του "generell" σε Ελληνικά

Οι γενικός, γενικά, γενικώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "generell" σε Ελληνικά.

generell γραμματική

summa summarum (lat.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενικός

    adjective masculine

    Die Kommission beabsichtigt, im Rahmen ihrer Reform die Beschlussverfahren generell zu vereinfachen.

    Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων εντάσσονται στη γενικότερη διαδικασία μεταρρύθμισης.

  • γενικά

    adverb

    Die Kommission beabsichtigt, im Rahmen ihrer Reform die Beschlussverfahren generell zu vereinfachen.

    Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων εντάσσονται στη γενικότερη διαδικασία μεταρρύθμισης.

  • γενικώς

    adverb

    Die Pflegebedürftigkeit des Kindes zieht somit nicht generell seine finanzielle Bedürftigkeit nach sich.

    Επομένως, η ανάγκη περιθάλψεως του τέκνου δεν συνεπάγεται γενικώς την ύπαρξη χρηματοοικονομικής ανάγκης.

  • γενικές υποθέσεις

    Nicht spezifisch oder besonders.

    Und das bringt uns zu einer LR-ZK Konstruktion eines interaktiven Überprüfungssystems basierend auf standardisierten generellen Annahmen.

    Αυτό μας αφήνει με ένα LR-ZK διαδραστική κατασκευή του συστήματος απόδειξη βασίζεται στο πρότυπο γενικές υποθέσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " generell " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "generell" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη