Μετάφραση του "geschlecht" σε Ελληνικά
Οι φύλο, γένος, φυλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geschlecht" σε Ελληνικά.
Geschlecht
noun
neuter
γραμματική
bucklige Verwandtschaft (scherzhaft oder abwertend) (umgangssprachlich) [..]
-
φύλο
noun neuterIm Prinzip sind die sozialen Schutzrechte nicht vom Geschlecht abhängig.
Κατά κανόνα, τα δικαιώματα κοινωνικής προστασίας δεν εξαρτώνται από το φύλο.
-
γένος
noun neuterWir werden wunderbare Kinder haben und das Geschlecht der Brancaleones neu gründen.
Θα κάνουμε θαυμάσια παιδιά και το γένος των Μπρανκαλεόνε θα ξαναγεννηθεί.
-
φυλή
noun feminineEin Geschlecht, alt wie die Zeit selbst.
Ήταν μια φυλή τόσο παλιά, όσο ο χρόνος ο ίδιος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σεξουαλικότητα
- γενεά
- γενιά
- οίκος
- σόι
- είδος
- γενεαλογία
- ύφος
- αρσενικό γένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " geschlecht " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "geschlecht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
και των δύο φύλων
-
ιδίου φύλου
-
αρσενικό
-
ουδέτερο γένος · ουδέτερος
-
αφροδίσιος
-
ασθενές φύλο
-
κατανομή κατά φύλο
-
ισότητα των φύλων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη