Μετάφραση του "geschlecht" σε Ελληνικά

Οι φύλο, γένος, φυλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geschlecht" σε Ελληνικά.

Geschlecht noun neuter γραμματική

bucklige Verwandtschaft (scherzhaft oder abwertend) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φύλο

    noun neuter

    Im Prinzip sind die sozialen Schutzrechte nicht vom Geschlecht abhängig.

    Κατά κανόνα, τα δικαιώματα κοινωνικής προστασίας δεν εξαρτώνται από το φύλο.

  • γένος

    noun neuter

    Wir werden wunderbare Kinder haben und das Geschlecht der Brancaleones neu gründen.

    Θα κάνουμε θαυμάσια παιδιά και το γένος των Μπρανκαλεόνε θα ξαναγεννηθεί.

  • φυλή

    noun feminine

    Ein Geschlecht, alt wie die Zeit selbst.

    Ήταν μια φυλή τόσο παλιά, όσο ο χρόνος ο ίδιος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σεξουαλικότητα
    • γενεά
    • γενιά
    • οίκος
    • σόι
    • είδος
    • γενεαλογία
    • ύφος
    • αρσενικό γένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geschlecht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "geschlecht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geschlecht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη