Μετάφραση του "gesegnet" σε Ελληνικά

Οι ευλογημένος, ευλογητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gesegnet" σε Ελληνικά.

gesegnet Adjective verb γραμματική

gebenedeit (christlich-relig.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευλογημένος

    Ehrlich, ich fühle mich so gesegnet, dass ich diese Aufgabe habe.

    Ειλικρινά, αισθάνομαι τόσο ευλογημένος που έχω επωμιστεί αυτό το καθήκον.

  • ευλογητός

    Die Gedächtnismahlzeit — eine gesegnete Zeit

    Η Περίοδος της Ανάμνησης—Ένας Ευλογητός Καιρός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gesegnet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gesegnet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gesegnet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη