Μετάφραση του "gesondert" σε Ελληνικά

Οι ιδιάζων, ξεχωριστά ιδαιίτερα μετά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gesondert" σε Ελληνικά.

gesondert adjective verb adverb γραμματική

extra (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιάζων

  • ξεχωριστά ιδαιίτερα μετά

    Gesondert: Daher werde ich sie auch gesondert besprechen

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gesondert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gesondert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gesondert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη