Μετάφραση του "getragen" σε Ελληνικά

Οι μεταχειρισμένος, φορεμένος, φοριούνται είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "getragen" σε Ελληνικά.

getragen verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταχειρισμένος

    adjective
  • φορεμένος

  • φοριούνται

    verb

    Sie müssen getragen werden können, ohne dass gleichzeitig noch ein anderes Kleidungsstück getragen werden muss.

    Πρέπει να μπορούν να φοριούνται χωρίς να χρειάζεται να φοριέται ταυτόχρονα άλλο ένδυμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " getragen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "getragen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "getragen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη