Μετάφραση του "getragen" σε Ελληνικά
Οι μεταχειρισμένος, φορεμένος, φοριούνται είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "getragen" σε Ελληνικά.
getragen
verb
γραμματική
-
μεταχειρισμένος
adjective -
φορεμένος
-
φοριούνται
verbSie müssen getragen werden können, ohne dass gleichzeitig noch ein anderes Kleidungsstück getragen werden muss.
Πρέπει να μπορούν να φοριούνται χωρίς να χρειάζεται να φοριέται ταυτόχρονα άλλο ένδυμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " getragen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "getragen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δε φέρω ευθύνη
-
οπλοφορώ
-
φέρει μια μεγάλη ιστορία
-
έχω · ανέχομαι · αντέχω · βαστώ · καλύπτω · κομίζω · κουβαλάω · κουβαλώ · σηκώνω · σκέφτομαι · συγκρατώ · υπομένω · υφίσταμαι · φέρω · φοράω · φορώ
-
σκέφτεται να παντρευτεί
-
φορείο
-
Η νύφη φορούσε μαύρα
-
είμαι "καθαρός", είμαι αθώος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη