Μετάφραση του "getrost" σε Ελληνικά

Οι ανδρείος, γενναίος, με εμπιστοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "getrost" σε Ελληνικά.

getrost Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανδρείος

    Adjective masculine
  • γενναίος

    adjective masculine
  • με εμπιστοσύνη

    Man kann getrost behaupten: Die biblische Chronologie hält jeder Anfechtung durch Datierungstechniken stand.

    Μπορούμε, με εμπιστοσύνη, να μένουμε σταθεροί στο εξής γεγονός: Οι χρονολογίες της Αγίας Γραφής παραμένουν απρόσβλητες από όλες τις επιστημονικές χρονολογήσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " getrost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "getrost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη