Μετάφραση του "gewerbe" σε Ελληνικά

Οι επάγγελμα, αρμοδιότητα, επιτήδευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gewerbe" σε Ελληνικά.

Gewerbe noun neuter γραμματική

Maloche (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    Der Arbeitsplatz im Haushalt ist genauso viel wert wie der Arbeitsplatz im Gewerbe.

    H θέση εργασίας στο νοικοκυριό έχει την ίδια ακριβώς αξία με τη θέση εργασίας στο επάγγελμα.

  • αρμοδιότητα

    Noun
  • επιτήδευμα

    Möchte eine ausländische Organisation eine Geschäftstätigkeit oder ein Gewerbe durch Gründung einer Zweigniederlassung in Finnland ausüben, so benötigt sie eine Gewerbeerlaubnis.

    Για αλλοδαπούς οργανισμούς που προτίθενται να ασκήσουν δραστηριότητα ή επιτήδευμα ιδρύοντας υποκατάστημα στη Φινλανδία, απαιτείται άδεια άσκησης επιτηδεύματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gewerbe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gewerbe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gewerbe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη