Μετάφραση του "gleich" σε Ελληνικά

Οι αμέσως, ακαριαίος, ίδιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gleich" σε Ελληνικά.

gleich adjective adverb γραμματική

stehenden Fußes (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb

    Auf eine eine unverzügliche Weise; sofort oder ohne Verzögerung. [..]

    Lucy zu suchen kommt einer sofortigen Verhaftung gleich.

    Eίτταv ττως óττoloς ττάεl vα σώσεl εη Λoúσl, vα συλληφθεí αμέσως.

  • ακαριαίος

    adjective
  • ίδιος

    adjective masculine

    Ich stellte fest, wie schwierig es war, gegen alle Frauen gleich zu sein.

    Τώρα μπορούσα ν’ ανακαλύψω εγώ ο ίδιος πόσο δύσκολο είναι να φέρεται κανείς αμερόληπτα προς όλες τις συζύγους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ίσος
    • ομοίως
    • ίσον
    • ακριβώς
    • από την αρχή
    • σαν
    • σε λίγο
    • σε μια στιγμή
    • όμοιος
    • παραπλήσιος
    • ολόιδιος
    • το ίδιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gleich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gleich"

Φράσεις παρόμοιες με "gleich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gleich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη