Μετάφραση του "gratis" σε Ελληνικά

Οι δωρεάν, τσάμπα, ελεύθερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gratis" σε Ελληνικά.

gratis adverb

umsonst (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωρεάν

    adverb

    ohne Bezahlung erhältlich

    Es wird gratis sein und in jedem Browser funktionieren.

    Θα είναι εντελώς δωρεάν, και θα δουλεύει σε οποιονδήποτε φυλλομετρητή.

  • τσάμπα

    adverb

    Ich fahre den Wärter gratis und darf dafür immer herkommen.

    Μετέφερα τσάμπα τον Τζίμι, τον πορτιέρη, και με άφηνε να ανεβαίνω εδώ όποτε ήθελα.

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    δωρεάν

    Der erste ist gratis.

    Ο πρώτος είναι ελεύθερος.

  • ανέξοδος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gratis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gratis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη