Μετάφραση του "halbfertig" σε Ελληνικά

Το ημικατεργασμένος είναι η μετάφραση του "halbfertig" σε Ελληνικά.

halbfertig Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ημικατεργασμένος

    Organisches rohkantiges, halbfertiges Brillenglas mit Korrektionswirkung, rund, eine Fläche fertig bearbeitet, von der zur Herstellung von fertigen Brillengläsern verwendeten Art

    Οργανικός άκοπος ημικατεργασμένος φακός γυαλιών με διορθωτικό αποτέλεσμα, στρογγυλού σχήματος, κατεργασμένος μόνο στη μία όψη του είδους που χρησιμοποιείται για την κατασκευή τελειωμένων φακών γυαλιών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " halbfertig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "halbfertig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη