Μετάφραση του "handgemacht" σε Ελληνικά

Οι χειροποίητο, χειροποίητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handgemacht" σε Ελληνικά.

handgemacht

Von Hand gefertigt, ohne Verwendung einer Maschine.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χειροποίητο

    Sie war nach wie vor handgemacht, wurde also einfach im Kessel gekocht.

    Συνέχιζε να είναι χειροποίητο—έβραζε απλώς σε καζάνια.

  • χειροποίητος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handgemacht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handgemacht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη