Μετάφραση του "haut" σε Ελληνικά

Οι πέτσα, δέρμα, επιδερμίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "haut" σε Ελληνικά.

haut verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέτσα

    noun feminine

    Es brät deine Haut.

    Ψήvει τηv πέτσα σoυ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " haut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Haut noun feminine γραμματική

Decke (Jägersprache) (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέρμα

    noun neuter

    Es sind vielleicht nicht die gleichen Personen, aber es ist menschliche Haut.

    Μπορεί να μην είναι το συγκεκριμένο θύμα, ωστόσο πρόκειται για ανθρώπινο δέρμα.

  • επιδερμίδα

    noun feminine

    Papain jedoch greift die hornige Haut der meisten Parasiten an und löst sie auf.

    Ωστόσο, η παπαΐνη επιτίθεται και διαλύει την κερατίνη επιδερμίδα των περισσοτέρων κοινών παρασίτων.

  • πετσί

    noun neuter

    Der eine kann es nicht ertragen, in der gleichen Haut wie der andere zu leben.

    Ο ένας δεν αντέχει να ζει στο ίδιο πετσί με τον άλλον.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φλοιός
    • δορά
    • κρούστα
    • φλούδα
    • Δέρμα
    • πέτσα

Εικόνες με "haut"

Φράσεις παρόμοιες με "haut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "haut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη