Μετάφραση του "heikel" σε Ελληνικά
Οι περίπλοκος, ακανθώδης, δύσκολο περίεργο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heikel" σε Ελληνικά.
heikel
adjective
γραμματική
vigelinsch (plattdt.) (umgangssprachlich) [..]
-
περίπλοκος
adjective masculineZweitens ist die Thematik zu heikel und komplex.
Δεύτερον, το ζήτημα είναι πολύ λεπτό και περίπλοκο.
-
ακανθώδης
adjectiveDas ist eine heikle, brutale Angelegenheit, die den Löwen für seine Grausamkeit belohnt.
Είναι ένας ακανθώδης βάναυσος δεσμός που επιβραβεύει το λιοντάρι για την θηριωδία του.
-
δύσκολο περίεργο
heikel = schwierig / eine Sache, bei der man vorsichtig sein muss Zum Beispiel: Politik ist ein heikles Thema, weil ich immer darauf achten muss, was ich sage.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δύσκολος
- εκλεκτικός
- λεπτός
- μπερδεμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " heikel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη