Μετάφραση του "heiligen" σε Ελληνικά

Οι αγιάζω, αφιερώνω, αφοσιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heiligen" σε Ελληνικά.

heiligen Verb verb adjective γραμματική

adorieren (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγιάζω

    verb

    Als erstes wollen wir klären, was das Wort „heiligen“ wirklich bedeutet.

    Πρώτα, τι σημαίνει πραγματικά η λέξη ‘αγιάζω’;

  • αφιερώνω

    verb

    Während seiner Genesung nahm er sich Zeit, in den heiligen Schriften zu forschen.

    Κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του, αφιέρωσε χρόνο να ερευνά τις γραφές.

  • αφοσιώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θυσιάζω
    • καθαγιάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heiligen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "heiligen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heiligen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη