Μετάφραση του "heizbar" σε Ελληνικά

Το θερμαινόμενος είναι η μετάφραση του "heizbar" σε Ελληνικά.

heizbar adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θερμαινόμενος

    Geräte - Rührgerät zum schnellen Rühren und dazu passendes Heizgerät (z.B. heizbarer Magnetrührer),

    - αναδευτήρας ταχείας αναδεύσεως και κατάλληλη θερμαντική διάταξη (π.χ. θερμαινόμενος μαγνητικός αναδευτήρας)-

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heizbar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heizbar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη