Μετάφραση του "heulen" σε Ελληνικά
Οι ουρλιάζω, κλαίω, μουγκρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heulen" σε Ελληνικά.
heulen
verb
γραμματική
raunzen (österr.) (umgangssprachlich) [..]
-
ουρλιάζω
verb -
κλαίω
verbTränen aufgrund der Auswirkung eines Gefühls vergießen.
Und du wie ein Baby, das immer heult.
Και εσύ ένα μωρό που κλαίει όλη την ώρα.
-
μουγκρίζω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ούρλιασμα
- σκούζω
- κράζω
- ολολύζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " heulen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Heulen
γραμματική
eines Fuchses [..]
-
κλάμα
noun neuterJetzt, wo das Heulen vorbei ist, möchte ich eine neue Platte machen.
Τώρα που τελείωσαν τα κλάματα, θέλω να κάνω κι άλλο δίσκο.
-
ούρλιασμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη