Μετάφραση του "hindern" σε Ελληνικά

Οι εμποδίζω, παρεμποδίζω, δυσκολεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hindern" σε Ελληνικά.

hindern verb γραμματική

mauern (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμποδίζω

    verb

    Und nichts hindert mich daran herauszufinden, wer es war.

    Και δεν θα αφήσω τίποτα να με εμποδίσει να βρω ποιος το έκανε.

  • παρεμποδίζω

    verb

    Sie könnten die Betreiber bei offenem Zugang daran hindern, ihre eigenen Unternehmensstrategien zu entwickeln.

    Μπορεί να παρεμποδίσει τη δυνατότητα των μεταφορέων ανοικτής πρόσβασης να αναπτύξουν τις δικές τους επιχειρηματικές στρατηγικές.

  • δυσκολεύω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενοχλώ
    • παρακωλύω
    • αναχαιτίζω
    • αναστέλλω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hindern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hindern"

Φράσεις παρόμοιες με "hindern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hindern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη