Μετάφραση του "hinein" σε Ελληνικά

Οι μέσα, σε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hinein" σε Ελληνικά.

hinein adverb

rein (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέσα

    adverb

    Wer anderen eine Grube gräbt, fällt selbst hinein.

    Όποιος ανοίγει το λάκκο του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα.

  • σε

    adposition

    Ich werde mich umbringen, bevor ich dich hinein lasse.

    Προτιμώ να σκοτωθώ παρά να σε αφήσω να μπεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hinein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hinein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hinein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη