Μετάφραση του "hingebungsvoll" σε Ελληνικά
Οι ανιδιοτελής, αφοσιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hingebungsvoll" σε Ελληνικά.
hingebungsvoll
mit Lust und Liebe (umgangssprachlich)
-
ανιδιοτελής
Adjective -
αφοσιωμένος
Joshuas letzte Erinnerung ist, dass er ein hingebungsvoller V ist.
Το τελευταίο που θυμάται είναι πως είναι ένας αφοσιωμένος V.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hingebungsvoll " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη