Μετάφραση του "hinwenden" σε Ελληνικά

Το στρέφω είναι η μετάφραση του "hinwenden" σε Ελληνικά.

hinwenden

(sich) zuwenden

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρέφω

    Verb verb

    Überall, wo sie sich mit ihrem Einfluß hinwendet, erregt sie die Aufmerksamkeit ehrlichgesinnter Menschen.

    Οπουδήποτε στρέφεται, η ασκούμενη επιρροή της επισύρει την προσοχή των ειλικρινών ανθρώπων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hinwenden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hinwenden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη