Μετάφραση του "hochheben" σε Ελληνικά

Οι αίρω, ανυψώνω, ανύψωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hochheben" σε Ελληνικά.

hochheben Verb γραμματική

ausholen mit ...

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αίρω

    verb
  • ανυψώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hochheben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hochheben Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανύψωση

    Noun
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hochheben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη