Μετάφραση του "hoffnung" σε Ελληνικά

Οι ελπίδα, πίστη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hoffnung" σε Ελληνικά.

Hoffnung noun feminine γραμματική

Der Glaube, dass ein Wunsch in der Zukunft erfüllt werden kann.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελπίδα

    noun feminine

    zuversichtliche innerliche Ausrichtung, gepaart mit einer positiven Erwartungshaltung

    Und anders als spiritistische Medien weckt er keine falschen Hoffnungen — was er sagt, stimmt immer.

    Επομένως, μας παρέχει πραγματική ελπίδα, και όχι ψεύτικες ελπίδες σαν αυτές που δίνουν τα μέντιουμ.

  • πίστη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hoffnung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hoffnung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hoffnung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη