Μετάφραση του "holen" σε Ελληνικά

Οι φέρνω, αρπάζω, καλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "holen" σε Ελληνικά.

holen verb γραμματική

shoppen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φέρνω

    verb

    Ich geh nur Kaffee holen und telefoniere rum.

    Το μόνο που κάνω είναι να φέρνω καφέδες και να απαντάω σε τηλεφωνήματα.

  • αρπάζω

    Verb verb

    Sie schlugen sie nieder und holten ihn aus meinem Haus raus!

    Την έριξαν κάτω, τον άρπαξαν απ'το σπίτι μου!

  • καλώ

    verb

    Du tust ihr damit keinen gefallen, wenn du sie aus dem Entzug holst.

    Δεν της κάνεις κανένα καλό με το να την βγάλεις απ ́ την αποτοξίνωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λήψη
    • παίρνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " holen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "holen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "holen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη