Μετάφραση του "humanoid" σε Ελληνικά
Το ανθρωποειδής είναι η μετάφραση του "humanoid" σε Ελληνικά.
humanoid
Die Gestalt eines Menschen habend.
-
ανθρωποειδής
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " humanoid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Humanoid
Autonom agierende Maschine mit einer Gestalt, die der menschlichen nachempfunden ist.
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Humanoid" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Humanoid στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη