Μετάφραση του "illusion" σε Ελληνικά

Οι αυταπάτη, ψευδαίσθηση, παραίσθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "illusion" σε Ελληνικά.

illusion
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυταπάτη

    noun feminine

    Es wäre also eine Illusion zu denken, man könne einfach so weitermachen wie bisher.

    Επομένως, η προσέγγιση αυτών των προβλημάτων μέσω της συνήθους διαδικασίας θα ήταν άλλη μία αυταπάτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " illusion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Illusion noun feminine γραμματική

reizunabhängige Sinneswahrnehmung (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψευδαίσθηση

    noun feminine

    Mich bezüglich des Detectives zu manipulieren, mir die Illusion von Kontrolle geben.

    Mε χειραγώγησες με την υπαστυνόμο, μου έδωσες την ψευδαίσθηση ελέγχου.

  • παραίσθηση

    noun feminine

    Sie erschuf diese Illusion, um deine Rückkehr zur Erde zu verhindern.

    Σου δημιουργεί αυτή την παραίσθηση, για να σε αχρηστεύσει στη Γη.

  • αυταπάτη

    Noun

    Es wäre also eine Illusion zu denken, man könne einfach so weitermachen wie bisher.

    Επομένως, η προσέγγιση αυτών των προβλημάτων μέσω της συνήθους διαδικασίας θα ήταν άλλη μία αυταπάτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλάνη
    • Αυταπάτη

Φράσεις παρόμοιες με "illusion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "illusion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη