Μετάφραση του "im" σε Ελληνικά
Οι στο, σε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "im" σε Ελληνικά.
im
abbreviation
γραμματική
Für die/eine Dauer von ... ; Für die/eine Zeit von ... ; [weist auf die Angabe einer Zeit, eines Zeitraums oder einer Dauer hin].
-
στο
adpositionEs war toll, dich im wirklichen Leben zu treffen.
Ήταν υπέροχο που σε γνώρισα στη πραγματική ζωή.
-
σε
adpositionWenn du im Lotto gewinnen würdest, was würdest du mit dem Geld machen?
Tι θα κάνεις άμα σου πέσει το λαχείο;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " im " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
IM
noun
masculine
inoffizieller Mitarbeiter (der Stasi)
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"IM" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το IM στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "im" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκ παραδρομής
-
χερσαία διάθεση
-
το 'χει στο αίμα του
-
λαμβάνοντας υπόψη ότι ...
-
σ' ένα κλάσμα δευτερολέπτου · σε κλάσμα δευτερολέπτου
-
αγοράζω γουρούνι στο σακί
-
όχι καθόλου · όχι ούτε στο ελάχιστο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη