Μετάφραση του "immer" σε Ελληνικά

Οι πάντοτε, πάντα, διαρκώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immer" σε Ελληνικά.

immer adverb γραμματική

in einer Tour (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάντοτε

    adverb

    Zu jeder Zeit. [..]

    Reiche sind nicht immer glücklicher als Arme.

    Οι πλούσιοι δεν είναι πάντοτε πιο ευτυχισμένοι απ ́τους φτωχούς.

  • πάντα

    adverb neuter

    Zu jeder Zeit. [..]

    Ich höre immer Musik; ich kann ohne sie nicht leben.

    Ακούω πάντα μουσική· δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν.

  • διαρκώς

    adverb

    Obwohl ich dieses Gefühl wirklich hasse, ertappe ich mich doch immer wieder dabei.

    Αν και μισώ αυτό το συναίσθημα, εξακολουθώ να το νιώθω και πρέπει διαρκώς να το καταπνίγω».

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ολοένα
    • ανέκαθεν
    • κάθε φορά που
    • μονίμως
    • μόνο
    • αδιάκοπα
    • ακατάπαυστα
    • ανελλειπώς
    • ανεξαιρέτως
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη