Μετάφραση του "immergrün" σε Ελληνικά

Οι αειθαλής, αειθαλές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immergrün" σε Ελληνικά.

immergrün adjective γραμματική

(Von Pflanzen) Das ganze Jahr über grüne Blätter bzw. Nadeln tragend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αειθαλής

    adjective masculine
  • αειθαλές

    adjective neuter

    Der immergrüne Olivenbaum wurde besonders wegen seines Öls geschätzt.

    Το αειθαλές ελαιόδεντρο έχαιρε μεγάλης εκτίμησης για το λάδι του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immergrün " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Immergrün noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

"Immergrün" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Immergrün στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "immergrün"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immergrün" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη