Μετάφραση του "imperativ" σε Ελληνικά

Οι επιτακτικός, προστακτική, προστακτική έγκλιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imperativ" σε Ελληνικά.

imperativ

vorprogrammiert (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτακτικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imperativ " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Imperativ noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προστακτική

    noun feminine

    Wenn es ein Verb namens "nachen" gäbe, wäre "Nacht!" der Imperativ davon.

    Αν υπήρχε ρήμα «φάχνω», θα ήταν «φαξ'!» η προστακτική του.

  • προστακτική έγκλιση

    noun feminine

    Sieht man sich diesen Satz in der Originalsprache an, stellt man fest, dass er nicht im Imperativ (Befehlsform) steht, also keine Aufforderung ist.

    Μια προσεκτικότερη ματιά στη συγκεκριμένη φράση όπως διατυπώνεται στο πρωτότυπο κείμενο δείχνει ότι αυτή δεν βρίσκεται στην προστακτική έγκλιση ούτε έχει τη μορφή εντολής.

Φράσεις παρόμοιες με "imperativ" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imperativ" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη